Η Ζωή Μέσα στα Τσοντάδικα της Θεσσαλονίκης - mensbook

mensbook

Όσα πρέπει να ξέρει ένας άντρας

Πέμπτη, 23 Μαΐου 2019

Η Ζωή Μέσα στα Τσοντάδικα της Θεσσαλονίκης

Έφοδοι, συλλήψεις, δικαστήρια και πολλά βογκητά μέσα στις αίθουσες. Ο Σάκης Μόχλας μάς ταξιδεύει στα χρόνια της πορνοαπαγόρευσης στην Ελλάδα. «Από εδώ πέρασε η ανφάν-γκατέ της Θεσσαλονίκης - δικηγόροι, γιατροί, δημοσιογράφοι. Όλοι μάς «έβρεξαν». Ο 68χρονος Σάκης Μόχλας διασχίζει τα άδεια καθίσματα ενός κινηματογράφου στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Πίσω του η μεγάλη οθόνη παίζει σκληρό πορνό, αλλά εκείνος αδιαφορεί για τις σκηνές, δεν τον συγκινούν πλέον. Τις έχει συνηθίσει. Άλλωστε ήταν αυτός που επί 30 χρόνια φρόντιζε αυτές οι σκηνές να προβάλλονται στις σκοτεινές αίθουσες των τσοντάδικων της Θεσσαλονίκης.

Ο Σάκης είναι πολύ ευχάριστος άνθρωπος, ειδικά για την παρέα. Οι περιγραφές του για όσα πέρασε μέσα στις σκοτεινές αίθουσες της μεγάλης οθόνης την εποχή της… πορνοαπαγόρευσης, προκαλούν σπαρταριστό γέλιο. Όμως εκείνος πέρασε πολλά βράδια στα κρατητήρια της ασφάλειας, με την κατηγορία της προσβολής δημοσίας αιδούς, δια της προβολής «άσεμνων ταινιών». Ήταν η εποχή που τα μικρά τμήματα ταινιών πορνό, λόγω της απαγόρευσης, προβάλλονταν εμβόλιμα και για λίγα λεπτά σε άλλες ταινίες στους κινηματογράφους, προκειμένου να μη γίνει αντιληπτό από «τας αρχάς», όπως με χαμόγελο λέει ο Σάκης. Αυτή ήταν η εποχή της «τσόντας», που ονομάστηκε έτσι επειδή ως πρόσθετο κομμάτι το πορνό έμπαινε μέσα στη ροή της κανονικής ταινίας (Λεξικό της Νέας Ελληνικής: τσόντα η [tsónda] μικρό κομμάτι από ύφασμα, που το ράβουν μαζί με άλλο όμοιο για να το συμπληρώσουν).

Μέχρι που επιτράπηκαν οι ταινίες με soft σεξ, ανάμεσα στις οποίες πάλι έπαιζαν σκληρές σκηνές πορνό, παράνομα. Έως ότου το σκληρό πορνό προβαλλόταν ελεύθερα στους κινηματογράφους. «Ήταν η αρχή του τέλους, τότε άρχισε να μας παίρνει η κατηφόρα, μέχρι που έκλεισαν τα περισσότερα τσοντάδικα», πιστεύει.

Το διάστημα λίγο μετά τη χούντα, αρχίζει δειλά–δειλά να μπαίνει στη ζωή του κινηματογράφου το παράνομο πορνό, η τσόντα. Το 1976 ο Σάκης είχε τελειώσει τον στρατό και έπιασε δουλειά ως τεχνικός κινηματογραφικής μηχανής σε σινεμά, επίσημα πλέον, αφού νωρίτερα είχε εργαστεί σε κινηματογράφους της πόλης και είχε αποκτήσει εμπειρία. Με αυτήν πήρε και την άδεια από το τότε Υπουργείο Βόρειας Ελλάδας. «Τότε το “Αλεκάκι” άρχισε να μετατρέπεται σε τσοντάδικο, πορνομάγαζο», λέει για τον κινηματογράφο «Αλέκα» της Θεσσαλονίκης, όπου έγιναν οι πρώτες προβολές πορνοταινιών. «Ήρθε ένας έμπορος ταινιών από την Αθήνα και έφερε ένα μικρό κομμάτι ταινία στο αφεντικό. Να, τόσο δα», δείχνει κάνοντας έναν μικρό κύκλο με τα δάχτυλά του. «Συνεννοήθηκαν και εκείνος μου είπε “βάλτο”. Και εκεί που έπαιζαν “Οι Γερμανοί ξανάρχονται”, να ‘σου βγαίνουν και τα… όργανα και γίνεται χαμός στην αίθουσα. Πάγωσαν όλοι», περιέγραψε στο VICE Greece τη σκηνή της προβολής του πρώτου κομματιού σκηνής πορνό, μέσα σε ταινία.

«Ήταν κομμάτια περίπου έξι-επτά λεπτά το καθένα και το βάζαμε εμβόλιμα. Ο κόσμος αμέσως το έμαθε. Τις ημέρες των πρώτων προβολών έμπαινε μια χιλιάδα θεατές μέσα στο σινεμά. Περίμεναν να σκάσει η τσόντα. Όταν ανοίγαμε το πρωί στις 9.30 εμφανίζονταν 500–800 άτομα και έλεγες που ήταν κρυμμένοι πίσω από τις κολώνες όλοι αυτοί», είπε. Μέχρι το 1980 η κατάσταση ήταν η ίδια, οι σκληρές σκηνές πορνό έμπαιναν πρόσθετα στις «καθώς πρέπει» ταινίες, στη συνέχεια ήρθαν οι ταινίες σεξ, όταν και πάλι έμπαιναν εμβόλιμα οι σκληρές σκηνές. «Ήξερα την ταινία απ’ έξω και ανακατωτά, πότε έπρεπε να μπει η τσόντα μέσα στην ταινία, έδινα τον ρυθμό», λέει χαμογελώντας ο Σάκης. Και ο κόσμος πλέον πήγαινε στους συγκεκριμένους κινηματογράφους μόνον για τις τσόντες. «Μόλις έπαιζε το κομμάτι και τελείωνε έφευγαν μαζικά, έρχονταν άλλοι και ούτω καθ’ εξής. Με την τακτική αυτή φιλάμ φιστίκ, που λέμε, φτάσαμε στο κανονικό πορνό».

Η εποχή της πορνοαπαγόρευσης στα ελληνικά σινεμά έμεινε ανεξίτηλα αποτυπωμένη στη ζωή του Σάκη. «Πέρασα το μεγαλύτερο Πανεπιστήμιο», λέει και θυμάται τις ώρες της καταδίωξης, των εφόδων της ασφάλειας στον κινηματογράφο και των δικαστηρίων. «Το σύστημα ήταν τέτοιο για να μην μπορούν να αποδείξουν ότι παίζαμε τσόντα. Την έβλεπαν αλλά δεν την έβρισκαν», περιγράφει. «Είχαμε δύο μηχανές, στη μία ήταν η κανονική ταινία και στην άλλη βάζαμε το κομμάτι με την τσόντα. Ο ασφαλίτης ήταν μέσα στο σινεμά και έβλεπε. Μόλις έπεφτε η τσόντα γινόταν το ντου. Στο ταμείο όμως είχαμε ένα κουμπάκι, μόλις έκανε τακ, εγώ έπαιρνα το σύνθημα. Έπρεπε σε 10-20 δευτερόλεπτα να αλλάξω την ταινία, να την εξαφανίσω και να ξεκλειδώσω την πόρτα για να μην καταλάβουν ότι συνέβαινε κάτι. Γινόμουν διαστημάνθρωπος. Όταν έφταναν οι αστυνόμοι έλεγαν “έπαιζες τσόντα”, εγώ απαντούσα “δεν έπαιζα”, αυτοί επέμεναν αλλά δεν έβρισκαν τίποτα, ούτε μία φορά δεν καταδικάστηκα. Έκαναν 500 ντου και ποτέ δεν κατάφεραν να βρουν», θυμάται τις νύχτες των συλλήψεων. «Κάθε μέρα τότε ήμασταν στα πιάνα», αναφέρει μιλώντας για τη σήμανση και τα δαχτυλικά αποτυπώματα που έδινε κάνοντας την κίνηση του πιανίστα.

Στα πρώτα δικαστήρια κανείς δεν παραδεχόταν την ύπαρξη της τσόντας. Μετά άρχισαν να το ομολογούν, μιλώντας για soft σεξ, αλλά πάλι τα δικαστήρια εφόσον δεν υπήρχαν οι πορνό σκηνές ως πειστήρια και δεδομένου ότι οι soft ταινίες επιτρέπονταν, αθώωναν τους χειριστές. «Μια φορά ήρθε ένας ασφαλίτης με έναν εισαγγελέα», θυμάται ο 68χρονος. «Πίναμε ούζο με τον ταμία στην είσοδο. Με ρώτησε ο εισαγγελέας “παίζατε;”, του απάντησα θετικά. Του είπα “κυρ εισαγγελέα εγώ δεν είμαι κριτικός ταινιών. Καουμπόικο να μου πουν, καουμπόικο θα παίξω, κωμωδία να πουν, κωμωδία θα παίξω, υπάλληλος είμαι” και είπε να μην με συλλάβουν. Λίγους μήνες αργότερα τον είδα ήταν σε ένα δικαστήριο. Ήμουν βέβαιος ότι θα αθωωνόμουν».

Ατελείωτες είναι οι περιγραφές για όσα συνέβαιναν μέσα στον κινηματογράφο όταν πλέον επιτράπηκε το σκληρό πορνό, τη μετεξέλιξη του «πορνομάγαζου» σε κυριλέ για την προσέλκυση περισσότερων πελατών. Τα «παιχνίδια» των θεατών μέσα στην αίθουσα την ώρα της προβολής και την κατάσταση στην αίθουσα. «Το βράδυ για να περπατήσεις στον διάδρομο ήθελες… βατραχοπέδιλα», λέει γελώντας αναφερόμενος στις συνέπειες της ηδονής και μεταφέρει πως οι περισσότεροι θεατές κρατούσαν μία εφημερίδα στην αγκαλιά τους. Αναφέρεται σε φετίχ πελατών, σε ψωνιστήρια και σε παράξενα περιστατικά. «Το αφεντικό είχε αποφασίσει να το φτιάξει το σινεμά, τσοντάδικο ήταν αλλά έβαλε ωραίες φωτογραφίες πορνό, έβαλε κόκκινο χαλί στην είσοδο, το έβαψε και έβαλε κρυφό φωτισμό. Σε τέτοιο σημείο που μπερδεύτηκαν οι θαμώνες του Βαρδαρίου, αφού ένας ήρθε και παρήγγειλε ουίσκι», διηγείται γελώντας. Ακόμη και όταν ο κινηματογράφος κατακλύζονταν από λάτρεις του πορνό, όταν περίμεναν πως και πως να δουν το συγκεκριμένο κομμάτι στην ταινία, «φώναζαν “τσόντα, βάλε ρε μαλάκα την τσόντα” και διαμαρτύρονταν», λέει ο Σάκης και θυμάται ένα περιστατικό με έναν θεατή. «Φώναζε πολύ επειδή καθυστέρησε η τσόντα μέσα στην ταινία και άρχισε μετά να βρίζει σκληρά, μέχρι που μου έβρισε τη μάνα. Κατέβηκα μέσα στο σκοτάδι, πλησίασα κοντά του και του λέω: “Ποιος ρε είναι μαλάκας, εγώ που κονομάω ή εσύ που πληρώνεις για να τον παίξεις;” και μόλις σηκώθηκε είδα ότι ήταν ένα τέρας και ευτυχώς με έσωσαν οι υπόλοιποι επειδή ήθελαν να δουν τσόντα και τον ανάγκασαν να καθίσει στη θέση του».

Ήταν η εποχή που τα τσοντάδικα γέμιζαν από Θεσσαλονικείς, ταξιδιώτες από την περιφέρεια, αφού τα ΚΤΕΛ ήταν στη γύρω περιοχή, όπως και ξένους επισκέπτες που ήταν στη Θεσσαλονίκη λόγω Διεθνούς Έκθεσης. «Μια μέρα, τότε που οι ταινίες ήταν κανονικές, ήρθε ένα ζευγάρι, Ρώσοι πρέπει να ήταν και το παιδί τους, ένα αγόρι, μάλλον ήταν για την Έκθεση εδώ. Δεν είπα τίποτε μπήκαν μέσα. Μόλις άρχισαν τα… όργανα άκουσα τη γυναίκα να φωνάζει «ααααα». Με το «ααααέρα» βγήκαν έξω και οι τρεις. Άφησαν τη γυναίκα να περιμένει και πατέρας και γιος, μπήκαν πάλι μέσα».

Οι ιστορίες διαδέχονται η μία την άλλη. Από τον Γεωργιανό που πήγε να του πουλήσει αντί 300.000 δραχμών μία γυναίκα, «μου έλεγε πάρ’ τη δοκίμασέ την με τα χαρτιά της, νομίζοντας ότι ήμασταν οίκος ανοχής», μέχρι με την παρακμή των τσοντάδικων, όταν οι ταινίες άλλαξαν με βιντεοκασέτες και οι κινηματογράφοι εξυπηρετούσαν μόνο το περίεργο ψωνιστήρι της κακόφημης συνοικίας της πόλης. «Έβλεπες κάποιον έμπαινε μέσα και όταν δεν έβρισκε τίποτα, έβγαινε μέσα σε πέντε λεπτά, εάν αργούσε ήξερες τι συνέβαινε».

Οι έρημοι τοίχοι της «Αλέκας» μαζί με τον Σάκη έχουν πολλά να διηγηθούν. Μετά την κρίση των πορνοσινεμά, των τσοντάδικων, η «Αλέκα» άλλαξε, έγινε καθώς πρέπει με άλλο όνομα, σημείωσε άνοδο αλλά πάλι έκλεισε μετά την εμφάνιση των πολυσινεμά. Οι μέρες όμως της πορνοαπαγόρευσης, της τσόντας και μετά των ταμπλό με τις πορνό εικόνες που έγραφαν «δύο ταινίες σεξ σήμερον», μένουν αξέχαστες. «Δεν έχουν τίποτα πλέον να δείξουν τα τσοντάδικα, όλοι τα έχουν στο σπίτι. Αφήστε που πλέον ο κόσμος δεν πηδάει, δεν υπάρχει κινητικότητα».

Post Top Ad

Responsive Ads Here