Λεσβιακό πάθος με την Μαρία - mensbook

mensbook

Όσα πρέπει να γνωρίζει ένας άντρας

Κυριακή, 6 Ιουνίου 2021

Λεσβιακό πάθος με την Μαρία

Πέρασε σχεδόν ένας χρόνος από την τελευταία φορά που είδα την Άννα. Όταν έφυγε στην Αθήνα, η επικοινωνία μας ελαχιστοποιήθηκε. Η αλήθεια είναι, πως εκτός από την απόσταση και τις συνθήκες υπό τις οποίες χωρίστηκαν οι δρόμοι μας, έπεσε και πολλή δουλειά.
Το είχα ανάγκη. Είχα μεγάλη ανάγκη να αφιερωθώ στην τέχνη μου για να ηρεμήσω και να δημιουργήσω. Όσο για την προσωπική μου ζωή; Περιστασιακές και ευκαιριακές περιπέτειες με κάποιους άντρες, καλόβολους, χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις. Χωρίς εντάσεις, υστερίες, ευθύνες για τη σχέση. Το κενό μεγάλο. Η ηδονή, σχεδόν ανύπαρκτη. Όμως δεν με πείραζε. Ήταν ό,τι έπρεπε για τη σκοτεινή περίοδο της αποχής μου από την έντονη ζωή.
Ήταν αρχές Ιουνίου όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Στην άλλη γραμμή, ήταν η Μαρία. Κοινή μου φίλη με την Άννα και παλιά συνάδελφος. Είχαμε πολύ καιρό να μιλήσουμε και χάρηκα πολύ όταν άκουσα τη φωνή της.

- Έλα βρε κοριτσάκι! Πού χάθηκες;

- Μαράκι μου, όμορφο! Τρέχω και δε φτάνω! Πολλή η κούραση και ο χρόνος ανύπαρκτος. Πώς είσαι; Τα νέα σου...

- Θα τα πούμε από κοντά; Μίλησα με την Άννα και μου είπε ότι έρχεται μεθαύριο. Μην κανονίσεις τίποτα. Θα βγούμε όλοι μαζί. Έχουμε κλείσει τραπέζι στο ***.

Τα έχασα.

- Ελπίζω να καταφέρω να έρθω, αν και υπάρχει πιθανότητα να είμαι εκτός πόλης. Θα το επιβεβαιώσω και θα σου πω. Χάρηκα πάρα πολύ που με πήρες!

- Προσπάθησε το ρε συ. Είναι κρίμα. Έχουμε τόσο καιρό να τα πούμε. Η Αννούλα μας περιμένει πως και πως.

«Η Αννούλα, μας περιμένει πώς και πώς», αυτή η φράση ήχησε τόσο σαρκαστικά στα αυτιά μου. Η Αννούλα τα βρόντηξε κι έφυγε γιατί δεν άντεχε την αλήθεια της. Η Αννούλα, δεν είχε την ευγενή καλοσύνη να με πάρει ένα τηλέφωνο εδώ και 8 μήνες.

Η Μαρία, δεν ήξερε τίποτα για μας. Ήταν αναμενόμενο, εκ μέρους της να με καλέσει, μιας και όσο είχαμε κοινή παρέα, βρισκόμασταν πολύ συχνά. Τί θα έκανα; Πώς θα μπορούσα να το αποφύγω; Ήμουν στην πιο ήρεμη περίοδο της ζωής μου. Όλα εκείνα που ζήσαμε ανήκουν πια στο παρελθόν, κλειδωμένα στο συρτάρι των σκέψεων.

Αναδύουν κρυφά τις νύχτες, όμως. Ναι, αυτό είναι αλήθεια. Νύχτες ολόκληρες, όταν ξυπνούν μέσα μου τα πάθη και ανεβαίνουν οι μνήμες, έχω την εικόνα της, φιγούρα στον τοίχο, να με καλεί. Οι σκιές μας κινούνται πρόστυχα, παθιασμένα, ελεύθερα στον έρωτα και στην ηδονή. Αγγίζουν το Θείο, το εξερευνούν και φτάνουν στην έκσταση, σα μαινάδες έτοιμες να μακελέψουν η μία την άλλη, με μοναδικό όπλο τον απόλυτο πόθο. Και όταν αποκαμωμένες πια από την έξαψη και την ένταση της στιγμής, ηρεμούν, σβήνουν και εξαφανίζονται.

Πέρασαν δύο μέρες από το τηλεφώνημα της Μαρίας, και λίγες ώρες πριν την επερχόμενη συνάντηση μου με την Άννα. Μέχρι και την τελευταία στιγμή, βρισκόμουν στο μεταίχμιο ανάμεσα στη λογική και στο συναίσθημα. Καιγόμουν για ένα βλέμμα της, για την αγκαλιά της συνάντησης, για ένα τυχαίο άγγιγμα. Τροφή για αργότερα, όταν θα έμενα μόνη. Η κάψα της προσμονής ήταν μεγάλη και εν τέλει ενέδωσα στο συναίσθημα μου.

Προετοιμάστηκα πολύ κατάλληλα. Έκανα ένα ωραίο αφρόλουτρο, έβαλα κρέμα σώματος και κολόνια. Τα αρώματα συνδυάστηκαν υπέροχα, σε σημείο να ερεθιστώ κι εγώ η ίδια από τη μυρωδιά που ανέδυε το σώμα μου. Έβαλα λευκά εσώρουχα, γκρίζο φουστάνι και κόκκινες γόβες. Το μαλλί μου σγουρό, μακρύ με ένα τόνο πιο κόκκινο από το φυσικό του (είμαι φυσική κοκκινομάλλα) και το βάψιμο μου αναδείκνυε τα φυσικά χαρακτηριστικά του προσώπου μου με λίγη παραπάνω υπερτόνιση στα χείλη. Τίποτα επιτηδευμένο, άλλωστε ποτέ δε μου άρεσαν οι υπερβολές.

Μόλις έφτασα στο μαγαζί, εντόπισα αμέσως τη Μαρία. Μόλις με είδε, σηκώθηκε και ήρθε να με χαιρετήσει. Στο τραπέζι υπήρχαν ο φίλος της ο Βασίλης και η Σοφία, μια ακόμη συνάδελφος μας. Η Άννα, όχι. Κάθισα στην άδεια καρέκλα και λίγο πριν ρωτήσω για το πού είναι η Άννα, ένιωσα ένα άγγιγμα στον ώμο μου. «Κάθεσαι στη θέση μου». Γύρισα και ήταν εκείνη. Σάστισα. Εκείνη ξέσπασε σε γέλια και άρχισε να με αγκαλιάζει με ψεύτικο ενθουσιασμό.

- Αχ, τι κάνεις, όλα καλά;

Έμεινα να τη χαζεύω! Δεν είναι δυνατόν! Να με χαιρετά με αυτόν τον τρόπο, λες και δε συνέβη ποτέ τίποτα. Λες και ήμουν η μακρινή ξαδέρφη της που είχε να τη δει αιώνες. Εκνευρίστηκα αφάνταστα, αλλά αποφάσισα να παίξω το παιχνίδι της. Ήθελα να δω πού το πάει...

Κάθισα επίτηδες απέναντί της. Φορούσε μια κοντή μαύρη εφαρμοστή, φούστα, μαύρα πέδιλα και μαύρο crop top. Τα μαλλιά της, μαύρα και μακριά έφταναν μέχρι τη μέση της. Ήταν απόλυτα προκλητική. Φλέρταρε ασύστολα, σχολίαζε τους πάντες στην παρέα και δεν υπήρχε αρσενικό που να πέρασε από μπροστά μας και να μην τον κάρφωσε με το βλέμμα της. «Πώς άλλαξε έτσι;», σκέφτηκα. «Που πήγε η γοητεία της, η φινέτσα της; Η ευαισθησία της; Όλα αλλάζουν τελικά. Κατάντια.» Ζήλευα και θύμωνα πολύ με τη συμπεριφορά της. Μιλούσε διαρκώς για πούτσες και γκόμενους. «Πίνω το ποτό μου και φεύγω», σκέφτηκα. «Δεν έχει νόημα να μείνω άλλο εδώ».

Τις σκέψεις μου διέκοψε ξαφνικά η εμφάνιση του Γιάννη. Με το Γιάννη, είχαμε συνεργαστεί παλιότερα. Ήταν ψηλός, γυμνασμένος, κοινωνικός και το χιούμορ του ταίριαζε με το δικό μου. Ανέκαθεν μου έδειχνε μια αδυναμία, και μιας και ήταν ο μόνος με τον οποίο μπορούσα να αναπτύξω συζήτηση εκείνη τη στιγμή, εκμεταλλεύτηκα την ευκαιρία για να μην πάει στράφι η βραδιά μου. Παράλληλα, ενώ απολάμβανα την παρέα του, παρατήρησα, με την άκρη του ματιού μου την υπόλοιπη παρέα, να μας κοιτά και να μας σχολιάζει γελώντας.

«Τι έγινε παιδιά; Καλά περνάτε;… είμαστε κι εμείς εδώ.», «Νομίζω πως τα παιδιά θέλουν να μείνουν μόνα τους, καλύτερα να φεύγουμε εμείς», για να συμπληρώσει η Άννα στο τέλος «Τελικά είναι ξεκάθαρο για το ποιόν ήρθε σήμερα εδώ η Ελβίρα.»

Γύρισα και κοιταχτήκαμε έντονα. Σταύρωσα τα πόδια μου αργά, με αποτέλεσμα να ανασηκωθεί το φόρεμα μου. «Μήπως θα ήθελες να καθίσεις εσύ στη θέση μου;», της απάντησα. Εκείνη δε μίλησε, μόνο ήπιε μονορούφι το μισό περίπου από το τρίτο ποτό της.

Η βραδιά κύλησε ήρεμα. Κουβέντες, ανέκδοτα, γέλια. Η Άννα ξαφνικά είχε ηρεμήσει. Από την πρώτη κιόλας στιγμή που εμφανίστηκε ο Γιάννης, ήταν πιο συγκρατημένη. Παρ’ ότι, η προσοχή μου ήταν στραμμένη σε εκείνον, δε μπορούσα να μην παρατηρήσω την αλλαγή στη συμπεριφορά της. Έπινε αρκετά και μιλούσε ελάχιστα.

Καθώς φεύγαμε, άρχισε να ζαλίζεται. Παραπατούσε χάνοντας την ισορροπία της. Ο Γιάννης κι εγώ τη βοηθήσαμε να φτάσει στο αυτοκίνητό της, ενώ τα παιδιά πρότειναν να συνεχίσουμε αλλού.

«Δεν υπάρχει περίπτωση να οδηγήσει», τους είπα. «Θα την αφήσω στο σπίτι της με ένα ταξί και θα έρθω να σας βρω αργότερα. Δεν είναι πολύ μακριά.»

Στο δρόμο ήμασταν αμίλητες, ωστόσο οι σκέψεις με βομβάρδιζαν. Η Άννα έγειρε το κεφάλι της στο παράθυρο του πίσω καθίσματος. Η φούστα της είχε ανέβει αρκετά, σε σημείο να φαίνεται ο μισός γλουτός της. Γύρισα το κεφάλι μου από την άλλη. Δεν είχε νόημα να κάνω την παραμικρή ερωτική κίνηση. Είχε γυρίσει σελίδα, φάνηκε άλλωστε από τον τρόπο που μιλούσε όλο το βράδυ. Δεν την ενδιέφερα πια. Γιατί όμως άλλαξε συμπεριφορά με το που εμφανίστηκε ο Γιάννης; Γιατί μου μίλησε έτσι; Μήπως ήθελε να κάνει κάτι μαζί του και η προτίμηση του προς εμένα, της χάλασε τα σχέδια;

Φτάσαμε γρήγορα στο σπίτι της. Τη βοήθησα να ανέβει με μεγαλύτερη ευκολία. Ο αέρας του ανοιχτού παραθύρου στο ταξί, την είχε συνεφέρει αρκετά. Βγήκε έξω στο μπαλκόνι και την ακολούθησα, αφού γέμισα δύο ποτήρια με κρύο νερό.

«Είσαι καλύτερα;», τη ρώτησα και της έδωσα το ένα ποτήρι. Είχε καθίσει σταυροπόδι στην καρέκλα και με το χέρι της στήριζε το κεφάλι της.

«Πολύ καλύτερα, σ’ ευχαριστώ», μου απάντησε.

- Τον γουστάρεις; με ρώτησε, με διαφορά δευτερολέπτων.

- Γιατί ρωτάς;

- Έτσι, απλά ρωτάω.

- Είναι ωραίο παιδί. Δε θα έκανα όμως κάτι μαζί του.

- Το σώμα σου ήταν όλο στραμμένο προς το μέρος του. Τα πόδια σου τα σταύρωνες με τέτοιον τρόπο ώστε η μία γόβα να ακουμπά και να τρίβει την άλλη. Τα χέρια σου τον άγγιζαν διακριτικά και έφερνες συνεχώς τα μαλλιά σου από τη μία μεριά έτσι ώστε ο λαιμός σου να είναι ορατός προς εκείνον.

- Χαίρομαι που είχες χρόνο να με παρατηρήσεις. Πίστεψα πως η προσοχή σου ήταν ολότελα στραμμένη στα γκομενάκια που περνούσαν διαρκώς από μπροστά μας.

Γρήγορα, η ψυχραιμία με την οποία απαντούσαμε πήγε περίπατο.

- Τι ήθελες να κάνω μπροστά σε τόσους γνωστούς; Να σχολιάζω εσένα; Να σχολιάζω τις καταραμένες κόκκινες γόβες που με το που σε είδα πάνω σε αυτές, ήθελα να χιμήξω πάνω σου; Που προσπαθούσα να κρύψω την αγωνία μου μέσα σε ηλίθιους σχολιασμούς και χαζογκομενίστικες συμπεριφορές; Πού στην ερώτηση «πώς είναι τα γκομενάκια στην Αθήνα;», το μόνο που ήθελα να πω είναι πω δεν έχω πάει με κανέναν εδώ και πόσους μήνες, γιατί το μυαλό μου είναι σε μια μαλακισμένη που δεν έχει την παραμικρή ιδέα για το πως αισθάνομαι; Που θέλω να σε πλακώσω στα χαστούκια γιατί με κατέστρεψες και δε μπορώ να συνεχίσω τη ζωή μου;

- Εδώ ήμουν, Άννα! Εδώ και σε περίμενα. Εσύ έφυγες. Εσύ δεν άντεξες.

- Σκάσε γαμώτο…

φώναζε κλαίγοντας και χίμηξε πάνω μου. Όλα αυτά που μόλις ξεστόμισε, σε συνδυασμό με το αλκοόλ την έκαναν ξαφνικά να μοιάζει με πληγωμένο αγρίμι. Μπορούσα να το δω πια καθαρά. Καιγόταν κι εκείνη μέσα της, όπως κι εγώ. Προσπαθούσα να την κρατήσω, να την εμποδίσω από το να με χτυπήσει. Εκείνη αντιστεκόταν. Με έσπρωχνε και μου φώναζε υστερικά πως με μισεί, πως δε θέλει να με ξαναδεί ποτέ. Την αγκάλιασα σφιχτά, παρ' όλη την αντίδρασή της, για να την ηρεμήσω. Έπεσε στην αγκαλιά μου, κλαίγοντας με αναφιλητά. Τη φίλησα στον λαιμό.

- Σ... σταμάτα... ηρέμησε σε παρακαλώ.

Με κοίταξε στα μάτια κι εγώ της χάιδευα τα μαλλιά. Ήταν αδύναμη να αντιδράσει. Τα μάτια της ήταν θολά από το κλάμα και τη ζάλη του αλκοόλ. Αρχίσαμε να φιλιόμαστε με έντονο πάθος. Είχε κολλήσει ολόκληρη πάνω μου και αναστέναζε έντονα. Με χάιδευε παντού, στην πλάτη, στον αυχένα μου, στα μαλλιά μου, στον κώλο μου, δεν ήξερε που να πρωτοακουμπήσει τα χέρια της.

- Πάρε με, πάρε με τώρα, εδώ έξω… ψέλλισε λιγωμένη.

Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Είχα γίνει κατακόκκινη από την ένταση και την προσμονή. Την ήθελα όσο τίποτε άλλο. Την ξάπλωσα στο πάτωμα του μπαλκονιού (ευτυχώς ήταν ψηλά και αρκετά απομονωμένο), χωρίς να σταματήσω να τη φιλάω. Οι γλώσσες μας, στριφογυρνούσαν, τις δάγκωνα τα χείλη και τα ρουφούσα. Η καύλα της ήταν τόσο μεγάλη, που όταν ακούμπησα το υγρό της κιλοτάκι, τινάχτηκε ολόκληρη. Με μια κίνηση, της το έβγαλα. Έβαλα τα δάχτυλά μου στο στόμα της κι εκείνη τα πιπιλούσε. Τα μάτια της είχαν ανοίξει διάπλατα και με κάρφωναν. Χωρίς να πάρω το βλέμμα μου από το δικό της, τα βύθισα βαθιά στο μουνάκι της. Αναρίγησε ολόκληρη και το πρόσωπό της πήρε μια απίστευτη έκφραση καύλας και υποταγής στην ηδονή. Οι αναστεναγμοί της πλέον έγιναν ηχηρά βογκητά. Είχα ξαπλώσει δίπλα της, χωρίς να βγάλω το χέρι μου από μέσα της. Κόλλησα την πλάτη της πάνω μου και της ψιθύριζα ερωτόλογα στο αυτί:

- Με τρελαίνεις καύλα μου! Πεθαίνω. Σε σκέφτομαι συνέχεια και χύνω για σένα κάθε βράδυ. Κανένας δεν είναι για μένα. Κανένας και καμία. Μόνο εσύ!

- Μωρό μου... λιώνω στα χέρια σου, είπε με τρεμάμενη φωνή. Σε παρακαλώ, κάνε με να τελειώσω. Θέλω να χύνω για σένα όλη νύχτα. Θέλω τα δάχτυλα, τη γλώσσα σου, το μουνί σου, όλα αγάπη μου, όλα…

Με αυτά της τα λόγια και τη λιγωμένη, από την καύλα, φωνή της, οι κινήσεις μου έγιναν ολοένα και πιο έντονες. Τα δάχτυλά μου μπαινόβγαιναν μέσα στο καυτό της μουνάκι με μεγάλη ταχύτητα. Είχαμε τρελαθεί και οι δύο.

- Έρχομαι... ναι μωρό μου, ναι, χύνω, χύνω καύλα μου για σένα...

Την ένιωθα να συσπάται, οι κινήσεις του κορμιού της είχαν τρομερή ένταση η οποία κορυφώθηκε σε έναν απίστευτο οργασμό. Τρανταζόταν ολόκληρη και έχυνε διαρκώς.

Έβγαλα αργά το μουσκεμένο από τα υγρά της χέρι μου. Έβαλα τα δάχτυλά μου στο στόμα μου για να γευθώ τους υπέροχους χυμούς της.

Γύρισε απότομα, μου άρπαξε το χέρι και ανέβηκε πάνω μου. Τα χείλη και η γλώσσα της χάιδευαν τα δάχτυλά μου με πάθος και παρ’ ότι είχε έρθει ήδη σε οργασμό, η κάψα της δεν έλεγε να καταλαγιάσει. Πολύ γρήγορα τα χείλη μας ενώθηκαν και αρχίσαμε να φιλιόμαστε ξανά. Μου ρουφούσε τα χείλη και η γλώσσα της έπαιζε τόσο ερεθιστικά με τη δική μου, που ήμουν ικανή να χύσω χωρίς να με ακουμπήσει. Τριβόμουν έντονα πάνω στο πόδι της αγκομαχώντας και αναστενάζοντας μέσα στο στόμα της.

- Κάνε με να χύσω, αγάπη μου, δεν αντέχω άλλο!

Το χέρι της γλίστρησε στο στήθος μου και άρχισε να το χουφτώνει άγρια. Δεν έλεγε να ξεκολλήσει το στόμα της από το δικό μου και με γρήγορες κινήσεις ελευθέρωσε το εσώρουχο μου. "Αχ", ένα βογκητό ικανοποίησης βγήκε από τα παγιδευμένα, από το φιλί της, χείλη μου καθώς την ένιωθα να τρίβεται έντονα πάνω στο μουνί μου που έσταζε από προσμονή.

Δεν άκουγα τίποτα. Δεν έβλεπα τίποτα. Μόνο ένιωθα. Ένιωθα τη γλώσσα της στη δική μου, να τη ρουφάει και να τη γλείφει. Ένιωθα τις ρώγες της να τρίβονται πάνω στις δικές μου. Την ένιωθα να στάζει υγρά καύλας μέσα μου, τα μουνιά μας να γλιστράνε μεταξύ τους, να καίνε και αυτό που αισθανόμουν περισσότερο ήταν η απόλυτη, η ταυτόχρονη ολοκλήρωση και των δύο που δεν άργησε να έρθει μέσα από τον πιο δυνατό οργασμό που έζησα ποτέ.

Ούρλιαζα, φώναζα, χτυπιόμουν πάνω στο μουνί της και έχυνα ασταμάτητα. Δεν έβγαλα κουβέντα. Δε μπορούσα να περιγράψω με λέξεις αυτό που μου συνέβαινε. Μόνο κραυγές απόλυτης ευχαρίστησης. Προσπαθούσα να βρω τις ανάσες μου χαμογελώντας. Ένα αδιόρατο φως, ζεστό και έντονο, άρχισε να λούζει το πρόσωπο μου. Ένιωθα ολοκληρωμένη, είχα βυθιστεί στα συναισθήματα μου. Ευτυχία και ολοκλήρωση. Αυτό ένιωθα.

Ξαφνικά, η απόλυτη εκείνη στιγμή ολοκλήρωσης, έδωσε τη θέση της στη σκληρή πραγματικότητα. Σηκώθηκε απότομα, σα να ξύπνησε από έναν έντονο εφιάλτη. Δεν με κοίταξε καν, λες και αν με κοιτούσε θα ένιωθε αδύναμη να διαχειριστεί ακόμη και το βλέμμα της πάνω μου. Ντύθηκε αργά, με προσεκτικές κινήσεις, απλές και μεθοδικές και κίνησε προς την έξοδο. Σταμάτησε μόνο προς την πόρτα περιμένοντας με να της ανοίξω για να φύγει. Το έκανα και έκλεισα βιαστικά την πόρτα. Ήταν η τελευταία μας φορά.