«Ο Νονός»: «Βλέπε, άκου, σώπαινε». - mensbook

mensbook

Όσα πρέπει να γνωρίζει ένας άντρας

Δευτέρα, 26 Ιουλίου 2021

«Ο Νονός»: «Βλέπε, άκου, σώπαινε».

Η ερώτηση ήρθε απρόσκλητη. «Ποιος δεν έχει δει τον Νονό;». Το ίδιο έγινε και με την απάντηση. «Κανείς!». Ναι, έτσι απλά και κατηγορηματικά. Το ποσοστό παρακολούθησης είναι τριψήφιο, 100%. Οι αντιρρήσεις περί αυθαίρετων, αστήρικτων, συμπερασμάτων καταρρίπτονται πολύ εύκολα με μια φράση: «Βλέπε, άκου, σώπαινε». Η εν λόγω αντίδραση έχει γίνει ένστικτο επιβίωσης και τα νήματα της κρατούν ο φόβος και το αυθόρμητο. Δεν υπάρχει άνθρωπος στη σύγχρονη κοινωνία που να μην εφάρμοσε, επιβεβαίωσε, το τρίπτυχο της ασφάλειας του εαυτού και της διαιώνισης μιας δύναμης που μας υπερβαίνει και διαχρονικά έχει μία ονομασία: εξουσία. Ιδού, λοιπόν, η απόδειξη της επιβολής του «Νονού» στα μάτια, στη σκέψη, στην ακοή, στην συμπεριφορά. Ακόμη κι αν οι εικόνες από το σελιλόιντ δεν έχουν ταξιδέψει σε όλα τα βλέμματα, το υπαρξιακό, κοινωνικό, πολιτικό τους μετείκασμα είναι εδώ και επιβεβαιώνει την αιδώ που μας κατατρύχει. Η διαπλοκή, η ανηθικότητα του εξουσιαστή και η αδίκαστη βία ορίζουν τον κόσμο και καταθέτουν προτάσεις που κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί. Ο μυθοπλαστικός κόσμος του «Νονού» ήταν, είναι και θα είναι ο κόσμος μας. Ό,τι βλέπουμε του ανήκει, κι αν κλείνουμε τα μάτια απέναντι του, μας βλέπει αυτός και προβάλλει τις αδυναμίες μας.

Το έργο των Κόπολα, Πούζο μας έδειξε -και δείχνει- το modus operandi του κόσμου μας! Η διαχείριση του ψέματος της εξουσίας, της αλήθειας του φόνου και του φόβου ορίζει τις κινήσεις και τα ανθρώπινα όρια. Η διαδρομή ξεκινά από τον φόβο. Αν φοβάσαι τον κακό σου εαυτό θα αποφύγεις τον φόνο αλλά όχι την υποταγή στην εξουσία. Αν δεν φοβάσαι τον κακό σου εαυτό δεν φοβάσαι και τον φόνο, δεν φοβάσαι το φλερτ με την εξουσία. Ο άφοβος ή περνά στην εξουσία και εξουσιάζει ή περνά στην εξουσία και σκοτώνεται. Η εξουσία είναι ο διάβολος και η ανήθικη εντολή οι λεπτομέρειες. «Ο Νονός» παρουσιάζει τον στρωμένο με πτώματα δρόμο και τη διαρκή πτώση του ανθρώπου. Αν αποφασίσεις να πατήσεις επί άδειων σωμάτων είναι σίγουρο ότι στην ίδια λεωφόρο θα ξαπλώσεις και θα κοιμηθείς οριστικά. Για τις οικογένειες που εξουσιάζουν η αρχή που λέει χτύπα πρώτος και συνέχισε να χτυπάς είναι αυτή που τις κινητοποιεί. Οι οικογένειες, όμως, που γεννούν το έγκλημα, ζουν γι’ αυτό και απ’ αυτό, είναι καταδικασμένες να καταστραφούν από το ίδιο τους το χέρι! Ο κόσμος (μας) έτσι προχωρά και στην κινηματογραφική τριλογία αποτυπώθηκε με ακρίβεια ο τρόπος λειτουργίας του. Όλα είναι εκεί και είναι δεμένα με αιμάτινη κλωστή: Η κοινωνία, η αστυνομία, η δικαιοσύνη, η πολιτική, οι πολιτικοί, η θρησκεία, η επιχειρηματική ελίτ. «Ο Νονός» μας έδειξε το εκλεπτυσμένο και το χυδαίο πρόσωπο της εξουσίας, μας έδειξε την αλήθεια και το ψέμα του, μας έδειξε πόσο ανήμποροι, άβουλοι και μοιραίοι είμαστε μπροστά στο ορατό χέρι της αγοράς που κρατά πιστόλι. Η πραγματικότητα του εν λόγω καλλιτεχνικού έργου επιβεβαιώνεται από τις ζωές που περνούν και χάνονται, από τις σφαίρες που σφυρίζουν και από την κοφτερή χορδή που μας κατευθύνει. «Ο Νονός» αποδεικνύει ότι υπάρχουν προτάσεις που δεν μπορούμε να αρνηθούμε και με αυτές θα πορευθούμε.

Πρώτα οι λέξεις μετά η δράση

Η αρχή του «Νονού» βρίσκεται -και πάντα θα είναι εκεί- στις λέξεις του Μάριο Πούζο. Ο γεννημένος στη Νέα Υόρκη, ιταλικής καταγωγής, συγγραφέας ευθύνεται για το αριστούργημα που έφτιαξε ο Φράνσις Φορντ Κόπολα. Το μυθιστόρημα του ξεπερνά την απλή γκαγκστερική ιστορία. Στην ουσία πρόκειται για σχόλιο πάνω στη μετανάστευση, την απληστία, την εξουσία και την οικογένεια. Το βιβλίο κυκλοφόρησε στις 10 Μαρτίου 1969 από τον εκδοτικό οίκο «G. P. Putnam’s Sons» και για 67 εβδομάδες βρισκόταν στη λίστα των ευπώλητων. Οι πωλήσεις του ξεπέρασαν τα 21 εκατομμύρια αντίτυπα! Τρία χρόνια μετά, το 1972, το έργο περνά από το λογοτεχνικό πεδίο στο κινηματογραφικό. Ο Πούζο με τον Κόπολα γράφουν το σενάριο και η μεταφορά του βιβλίου στο σινεμά πετυχαίνει τον σκοπό της. Το κοινό γνωρίζει έναν κόσμο που είναι δίπλα του και βάζει στο λεξιλόγιο του τις λέξεις: «κονσιλιέρε», «κάπο», «ομερτά», κ.α.
Ας πάμε αμέσως στο μυστικό τις επιτυχίας του βιβλίου και του φιλμ. Το 1996 ο Πούζο δίνει συνέντευξη στον Τσάρλι Ρόουζ και του αποκαλύπτει τη συνάντηση που είχε, λίγο μετά την προβολή της ταινίας, με δύο τρομακτικούς τύπους. Ο ένας ήταν πληρωμένος δολοφόνος και λίγες μέρες μετά βρέθηκε νεκρός! Το όνομα του ήταν Τζον Ροσέλι και επέμενε πως ο Πούζο «πρέπει να είχε πρόσβαση στα μεγάλα αφεντικά για να κάνει τόσο ακριβή περιγραφή του οργανωμένου εγκλήματος». Ο συγγραφέας όμως τον διέψευσε, όπως και όσους είχαν την ίδια εντύπωση. Το βιβλίο είναι αποτέλεσμα έρευνας, δεν υπάρχει καμία μαφιόζικη εμπειρία. Ο Πούζο τόνιζε πως «δεν συνάντησα ποτέ αληθινό γκάγκστερ». Το μόνο που ήξερε καλά ήταν το πεδίο του τζόγου, αλλά μέχρι εκεί. Ως συγγραφέας, βέβαια, άντλησε από τη ζωή του, από τις αναμνήσεις του… Για παράδειγμα, ο χαρακτήρας του Βίτο Κορλεόνε βασίστηκε στη γεννημένη στη Νάπολη μητέρα του. Κι αν σας κάνει εντύπωση, να τι είχε δηλώσει ο Πούζο όταν του ζήτησαν να κάνει τη σύγκριση των δύο. «Όπως ο Ντον, έτσι και αυτή μπορούσε να είναι συμπονετική και αδίστακτη. Ο πατέρας μου κλείστηκε σε ψυχιατρικό ίδρυμα και όταν ήρθε η στιγμή να επιστρέψει η μητέρα μου αρνήθηκε. Θεωρούσε ότι θα ήταν βάρος για την οικογένεια. Αυτό είναι μαφιόζικη απόφαση».
Πριν τον «Νονό» είχε γράψει τρία βιβλία. Η αποδοχή από το κοινό χλιαρή και μαζί με τα χρέη που σωρεύονταν τον οδηγούσαν σε αδιέξοδο. Η διέξοδος ήρθε όταν τον συμβούλευσε συντάκτης να γράψει για τον κόσμο της μαφίας. Κλείστηκε στο υπόγειο του σπιτιού του και άρχισε να γράφει πλοκές. Μόλις είχε έτοιμες δέκα σελίδες τις πήγες σε διάφορους εκδοτικούς. Οι περισσότεροι τον απέρριψαν μέχρι να βρεθεί στον δρόμο του ο «G. P. Putnam’s Sons». Τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Το βιβλίο, αν και δεν είναι υψηλής λογοτεχνικής αξίας όπως έχει παραδεχθεί ο Πούζο, έγινε αμέσως επιτυχία και η αιτία να χαθούμε για πάντα στην τριλογία του Φράνσις Φορντ Κόπολα.

Ο Κόπολα και ο Πούζο θέλησαν να περιγράψουν και να εξηγήσουν τη μεγαλύτερη παθογένεια της παγκόσμιας κοινωνίας, την έλλειψη δικαιοσύνης. Ο δεύτερος προσπαθώντας να εξηγήσει την επιτυχία του βιβλίου την είχε αποδώσει εκεί και είναι το στοιχείο που ενώνει και διατρέχει και τις τρεις ταινίες. Στην πρώτη, ακόμη και απλοί άνθρωποι απευθύνονται στον «Νονό», τον Βίτο Κορλεόνε, για να βρουν το δίκιο του. Ο εργολάβος κηδειών, ο ζαχαροπλάστης… Στη δεύτερη, βλέπουμε τον Φρανκ Πεντάτζελι, μέλος της φαμίλιας, να ζητά τη δικαιοσύνη του δρόμου για να εξοντώσει τους αδερφούς Ροζάτο. Στο ίδιο φιλμ όμως παρακολουθούμε τη «γέννηση» του «Νονού». Ο εννιάχρονος Βίτο Αντολίνι φυγαδεύεται από το χωριό Κορλεόνε διότι τον κυνηγά ο ντόπιος αρχηγός της μαφίας. Η ασέβεια που έδειξε ο αδερφός και η μάνα του απέναντι του,τους καταδικάζει και ορίζει τη μοίρα του μικρού Βίτο. Ο πιτσιρίκος βρίσκει θέση στο πλοίο που πάει για Αμερική και μες στην αθωότητα του γίνεται μετανάστης. Όταν μεγαλώνει και προσπαθεί να φτιάξει τη ζωή του μαζί με τη γυναίκα και το παιδί του, δέχεται το δεύτερο πλήγμα κοινωνικής αδικίας. Ο «προστάτης» της γειτονιάς του στη Νέα Υόρκη, ο Δον Φανούτσι, αναγκάζει το αφεντικό του Βίτο να πάρει τον ανιψιό του στη δούλεψη του. Αυτό σημαίνει ότι ο νεαρός Κορλεόνε πρέπει να απολυθεί. Σε αυτό το σημείο αρχίζει και καταλαβαίνει πώς πραγματώνεται η έννοια της Δικαιοσύνης. Όσον αφορά την τρίτη ταινία, ζητούμενο είναι η Θεία Δικαιοσύνη.
Το δεύτερο συνεκτικό στοιχείο των ταινιών είναι η διαφθορά. Η πρώτη εστιάζει στην άνομη σχέση μαφίας-αστυνομίας-κοινωνίας. Το τελευταίο κομμάτι αναδεικνύεται ξεκάθαρα στο ξεκίνημα. Δύο απλοί, μεροκαματιάρηδες, άνθρωποι δέχονται να μπουν στον επικίνδυνο χώρο της μαφίας και ζητούν εξυπηρέτηση. Ξέρουν όμως ότι θα πρέπει να προσφέρουν αντάλλαγμα και αυτό είναι ο εαυτός τους. Από το σημείο εκείνο και μετά δεν υπάρχει επιστροφή. Η δύναμη, η επιρροή και εξουσία του «Νονού» επιβεβαιώνονται και μεγαλώνουν στον χρόνο και στον χώρο. Στη δεύτερη κυριαρχεί το δίπολο μαφία-πολιτική. Οι οικογένειες και οι επιχειρήσεις τους βρίσκουν τον παράδεισο στη γειτονική Κούβα. Εν αντιθέσει με τις ΗΠΑ, εκεί δεν υπάρχουν ιδιαίτεροι έλεγχοι και περιορισμοί και η αντιμετώπιση από την κυβέρνηση είναι προνομιακή. Το τελευταίο μέρος της τριλογίας στηρίζεται στην τρόικα μαφία-πολιτική-παπική εκκλησία. Η τράπεζα του Βατικανού χρηματοδοτεί πολιτικούς και η μαφία θέλει να ξεπλύνει τα «βρώμικα» χρήματα της. Οι πολιτικοί βρίσκονται πίσω απ’ όλα και είναι το ίδιο επικίνδυνοι με τους γκάγκστερ.
Το τρίτο στοιχείο έχει να κάνει με τον δυϊσμό της ανθρώπινης φύσης που εκφράζεται στο ζευγάρι οικογένεια-εξουσία. Το καλό και το κακό, το φως και το σκοτάδι, ο θάνατος και η σωτηρία. Η οικογένεια δεν είναι προκάλυμμα των ανομολόγητων πράξεων, ούτε φτηνή δικαιολογία. Στον «Νονό» παίζει καθοριστικό ρόλο και πραγματικά ενδιαφέρει τους Κορλεόνε. Στο δεύτερο μέρος ο Μάικλ συζητά με τη μητέρα του και αναρωτιέται αν μπορεί κανείς να χάσει την οικογένεια του. Η απάντηση είναι ότι δεν μπορείς να χάσεις την οικογένεια σου. Ο Μάικλ απαντά ότι οι καιροί αλλάζουν και εδώ έρχεται η εξουσία. Το πρόσωπο του Ιανού αυτής της οικογένειας απεικονίζεται την ημέρα της κηδείας της μητέρας Κορλεόνε. Ο Μάικλ δεν θέλει να δει τον προδότη αδερφό του Φρέντο. Πείθεται όμως να συμφιλιωθεί μαζί του και την ώρα της θλίψης τον πλησιάζει, τον αγκαλιάζει σφιχτά και την ίδια στιγμή κοιτά τον σωματοφύλακα του δίνοντας του την εντολή για την αδελφοκτονία!
Τελευταίο, μα πολύ σημαντικό, στοιχείο η εκδίκηση και η απουσία συγχώρεσης. Το αρχέγονο, πανίσχυρο, συναίσθημα καθοδηγεί και επηρεάζει καθοριστικά τη συμπεριφορά των χαρακτήρων. Και στα τρία μέρη είναι έντονη παρουσία της και στα τρία παίζει καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις. Η απουσία συγχώρεσης συνδέεται με την οικογένεια. Όσο ισχυρή, ιερή κι αν είναι η οικογενειακή σχέση, αν πρέπει να κοπεί, θα κοπεί. Εκτός από τη δολοφονία του Φρέντο από τον Μάικλ επειδή τον πρόδωσε, υπάρχουν άλλες δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Στην πρώτη ταινία ο Μάικλ δίνει εντολή να δολοφονηθεί ο γαμπρός του, ο σύζυγος της αδελφής του Κόνι. Μάλιστα, προχωρά σε αυτή την κίνηση αφού έχει βαπτίσει το παιδί τους! Στο τρίτο μέρος, η Κόνι δηλητηριάζει τον νονό της Δον Αλτομπέλο επειδή αυτός υπονόμευε μυστικά την οικογένεια και οργάνωσε την απόπειρα δολοφονίας του Μάικλ. Ας βάλουμε κι ένα υστερόγραφο. Η οργάνωση και λειτουργία της οικογένειας Κορλεόνε αντανακλά αυτήν της πολιτικής και της οικονομίας. Στο τελευταίο μέρος ο Δον Λουκέζι εξηγεί στον νεαρό Βίνσεντ Μαντσίνι την αντιστοιχία των όπλων με τους δύο τομείς. Η οικονομία είναι το πιστόλι. Η πολιτική είναι η σκανδάλη και πρέπει να ξέρεις πότε θα την πατήσεις. 

Οι ατάκες, οι χαρακτήρες, τα άγνωστα στοιχεία

Τρεις ταινίες, των τριών ωρών η καθεμία και οι ατάκες πέφτουν σαν το χαλάζι. Ας τις μαζέψουμε και ας τις κολλήσουμε στον τοίχο της μνήμης. Βαθιά ανάσα και μετρήστε:

-Θα του κάνω μια προσφορά που δεν θα αρνηθεί

-Δεν είναι προσωπικό, είναι μπίζνες.

-Μη μισείς τους εχθρούς σου, θολώνει την κρίση σου.

-Monday, Tuesday, Thurday, Wednesday, Friday, Saturday… [η Απολλώνια, απευθυνόμενη στον σύζυγο της Μάικλ, στη Σικελία, δείχνοντας του ότι… ξέρει αγγλικά]

-Ποτέ μην παίρνεις το μέρος ενός ξένου.

-Ήξερα ότι ήσουν εσύ Φρέντο. Μου ράγισες την καρδιά.

-Κοίτα πώς πετσόκοψαν το παιδί μου.

-Κράτα τους φίλους κοντά και τους εχθρούς κοντύτερα.

-Εκεί που νόμιζα ότι είχα ξεφύγει από τα σκατά, με τράβηξαν πάλι πίσω.

-Μην δείχνεις ποτέ σε ξένους τι σκέφτεσαι.
-Γερουσιαστή, κουβαλάμε την ίδια υποκρισία. [Ο Μάικλ απαντώντας στον γερουσιαστή Γκίρι]

-Στη Σικελία οι γυναίκες είναι πιο επικίνδυνες από τα όπλα.

-Η οικονομία είναι το πιστόλι. Η πολιτική είναι σκανδάλη και πρέπει να ξέρεις πότε θα την πατήσεις.

-Η πατρίδα δεν είναι αίμα σου.

Οι ατάκες όμως είναι κομμάτι των χαρακτήρων, είναι οι χαρακτήρες. Ας δούμε τους βασικούς και αξέχαστους πια ήρωες:

Βίτο Κορλεόνε: Ο πατέρας της οικογένειας, ο ιδρυτής της αυτοκρατορίας Κορλεόνε. Η σοφία της εμπειρίας, η προστασία των οικείων του και ο ορθός τρόπος σκέψης τον χαρακτηρίζουν. Όταν χρειάζεται αφήνει την οργή του να ξεσπάσει. Ο Μάρλο Μπράντο και ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο αποκάλυψαν κάθε πτυχή του Δον Κορλεόνε, ιδιαίτερα τα ανεπούλωτα εσωτερικά τραύματα του.

Μάικλ Κορλεόνε: Ο μικρότερος γιος της οικογένειας και αυτός που διατήρησε τη δύναμη της στις δύσκολες στιγμές. Οξυδερκής, αποφασιστικός, αδίστακτος. Ο Αλ Πατσίνο είναι αψεγάδιαστος. Η μεταμόρφωση του ιδεαλιστή και αθώου Μάικλ σε Δον είναι συγκλονιστική.

Τομ Χέιγκεν: Ο σύμβουλος της οικογένειας Κορλεόνε, ο «κονσιλιέρε». Ο Μάικλ, για λόγους τακτικής, τον απομακρύνει απ’ αυτή τη θέση κάποια στιγμή, όμως ο ρόλος του δεν αλλάζει. Ο δεσμός του με τους Κορλεόνε ισχυρός, μια και τον υιοθέτησε ο Βίτο όταν έμεινε ορφανός. Ο Ρόμπερτ Ντυβάλ είναι στιβαρός και σίγουρος σε κάθε του κίνηση, έκφραση. Ισορροπεί τέλεια ανάμεσα στην οικογένεια και στο επαγγελματικό του καθήκον.

Σαντίνο Κορλεόνε: Ο μεγαλύτερος από τους γιους Κορλεόνε. Ευέξαπτος, εξωστρεφής, αυθόρμητος και έτοιμος να κάνει τα πάντα για την οικογένεια του. Ο αχαλιναγώγητος χαρακτήρας τον οδηγεί σε παγίδες και στον πρόωρο θάνατο. Ο Τζέιμς Κάαν έδειξε πώς πρέπει να είναι ο πρώτος διάδοχος του αρχηγού της οικογένειας.

Φρέντο Κορλεόνε: Ο δεύτερος γιος και ο πιο αδικημένος. Καλόψυχος, ευαίσθητος, αλλά όχι και τόσο έξυπνος για να αναλάβει σημαντικές υποθέσεις της οικογένειας. Εύθραυστος και αδύναμος χαρακτήρας, υποπίπτει στο θανάσιμο αμάρτημα της προδοσίας της φαμίλιας. Ο Τζον Καζάλ δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας και αναδεικνύει τον πιο ανθρώπινο και κοντινό σε μας χαρακτήρα.

Κέι Άνταμς: Η σύντροφος του Μάικλ. Τον αγαπά αληθινά αλλά δεν μπορεί να καταλάβει τον τρόπο ζωής και δράσης της οικογένειας. Προσπαθεί να βάλει στον σωστό δρόμο τον σύζυγο της, όμως η εξουσία και η φαμίλια είναι πιο ισχυρές. Το ζευγάρι χωρίζει. Αν και κάπως άτονη και εκτός ρυθμού μερικές φορές, η Νταϊάν Κίτον ενσαρκώνει τη γυναίκα που αρνείται να δεχτεί την πραγματικότητα.

Κόνι Κορλεόνε: Η κόρη της οικογένειας. Όπως και όλες οι γυναίκες της φαμίλιας, έτσι κι αυτή δεν επηρεάζει σημαντικά τις αποφάσεις της. Παντρεύεται τον Κάρλος ο οποίος την κακοποιεί σωματικά. Δεν διστάζει να φωνάξει για τους φόνους του Μάικλ με τον οποίο όμως έρχονται κοντά στο τελευταίο μέρος. Η Τάλια Σάιρ κάπως χάνεται στην προσπάθεια της να περάσει από το άβουλο κοριτσάκι στη δυναμική γυναίκα.

Βίνσεντ Μαντσίνι: Ο γιος του Σαντίνο και ανιψιός του Μάικλ. Εμφανίζεται στο τρίτο μέρος και κερδίζει με το σπαθί του τη θέση του Δον. Στην ουσία δικαιώνει τον πατέρα του και την οικογένεια. Ευερέθιστος, οξύθυμος, γοητευτικός, πάντα έτοιμος να πολεμήσει για τους Κορλέονε. Ο Άντι Γκαρσία είναι ιδανικός και μόνη ένσταση το ερωτικό παιχνίδι με την κόρη του Μάικλ Κορλεόνε, τη Μαίρη (Σοφία Κόπολα).

Ο μύθος της τριλογίας ενισχύεται και από ορισμένα άγνωστα γεγονότα. Ο Φράνσις Φορντ Κόπολα δεν ήταν η πρώτη επιλογή για τη θέση του σκηνοθέτη. Η εταιρεία «Paramount» πρότεινε τη δουλειά στους Ηλία Καζάν, Άρθουρ Πεν, Ρίτσαρντ Μπρουκς, Κώστα Γαβρά και όλοι την απέρριψαν. Ο Κόπολα δεν είχε την εμπιστοσύνη του στούντιο μέχρι τη σκηνή που ο Μάικλ δολοφονεί τους Σολότσο, ΜακΛάσκι. Πριν απ’ αυτήν οι προϊστάμενοι του σκηνοθέτη θεωρούσαν ότι φτιαχνόταν ένα μελαγχολικό, γεμάτο λόγια δράμα. Ο Κόπολα πάλεψε και κατάφερε να κρατήσει ως σήμα αναγνώρισης της ταινίας τις χορδές μαριονέτας με το όνομα του Πούζο από πάνω. Το στούντιο ήθελε να το απορρίψει, όπως δεν ήθελε και τον Μάρλον Μπράντο για τον βασικό ρόλο. Λέγεται ότι το αφεντικό της «Paramount» Τσαρλς Μπλάντορν, δήλωσε στον Κόπολα πως ο Μπράντο «δεν θα εμφανιστεί ποτέ σε ταινία της Paramount»! Στην αρχή έγινε προσπάθεια για τον Λόρενς Ολίβιε. Όταν τελικά έγινε αποδεκτή η επιλογή Κόπολα, το στούντιο έθεσε τρεις αυστηρές έως εξωφρενικές προϋποθέσεις. Πρώτον, ο Μπράντο θα πέρναγε από δοκιμή. Δεύτερον, εάν τα κατάφερνε θα έκανε την ταινία χωρίς αμοιβή! Τρίτον, ο ηθοποιός έπρεπε να δεσμευθεί εκ των προτέρων για πιθανές καθυστερήσεις λόγω της κακής του συμπεριφοράς την ώρα των γυρισμάτων. Ο Κόπολα έπεισε τον Μπράντο να κάνει τεστ μακιγιάζ. Όταν οι υπεύθυνοι του στούντιο είδαν τον αποτέλεσμα, είπαν αμέσως «ναι» και έσβησαν τους όρους δύο και τρία. Το στούντιο δεν ήθελε ούτε τον Πατσίνο για τον ρόλο του Μάικλ. Ο Κόπολα όμως επέμεινε και δικαιώθηκε. Τέλος, το κομμένο κεφάλι αλόγου, στο πρώτο μέρος, είναι αληθινό! Η παραγωγή το πήρε από εταιρεία τροφίμων για σκύλους.

Το μουσικό θέμα του Νίνο Ρότα ισοδυναμεί με τις χορδές της μαριονέτας, με τις φράσεις των χαρακτήρων, με τις ερμηνείες, με το σενάριο των Πούζο, Κόπολα, με όλα τα ανείπωτα και μύχια που κρατάνε οι ήρωες μέσα τους. Δεν υπάρχει άνθρωπος που θα ακούσει την εισαγωγή του Ρότα και δεν θα καταλάβει περί τίνος πρόκειται. Η σύνθεση «μιλάει» και ομολογεί αμέσως αυτό που ο Βίτο Κορλεόνε διστάζει να πει: Δεν ήθελα ποτέ αυτό για σένα Μάικλ. Το θέμα του συνθέτη αποκαλύπτει πτυχές του φιλμ που βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια της εικόνας. Ακούγοντας τη μελωδία καταλαβαίνουμε ότι κυριαρχεί η μελαγχολία και το μαύρο χιούμορ, αισθανόμαστε τη συναισθηματική έλξη του φιλμ και αντιμετωπίζουμε την πολυπλοκότητα του. Η μουσική του Ρότα εστιάζει στη δυαδικότητα της σχέσης πατέρα-γιου. Την ίδια στιγμή που αποκαλύπτει το μέλλον του Μάικλ, την ίδια παρουσιάζει τον αγώνα του Βίτο για τη διάδοχη κατάσταση. Το μουσικό σχήμα είναι τόσο σίγουρο και οργανωμένο που η τρομπέτα αντιπροσωπεύει τον Βίτο και το όμποε τον Μάικλ!
Ο Κόπολα συμφώνησε με τον Ρότα τον Οκτώβριο του 1971. Ο σκηνοθέτης ταξίδεψε στη Ρώμη με αντίγραφο της ταινίας και ο συνθέτης, αφού είδε το φιλμ, έπρεπε να συνδέσει τη μουσική με τα πρόσωα και τις καταστάσεις. Ο Ρότα συνέθεσε νέα μουσική αξιοποιώντας ορισμένα κομμάτια από το θέμα της ταινίας «Fortunella». Η τελευταία ανήκε σκηνοθετικά στον Εντουάρντο ντε Φίλιπο και σεναριακά στον Φεντερίκο Φελίνι. Ο λόγος αυτής της προσέγγισης ήταν για να δώσει την ιταλική αίσθηση στο «Νονό» αλλά και για να προκαλέσει τα τραγικά θέματα της ταινίας. Στην αρχή η δουλειά του Ρότα δεν άρεσε στην «Paramount» αφού τη θεωρούσε «διανοουμενίστικη». Παρ’ όλα αυτά ο Κόπολα έπεισε το στούντιο και τη δέχτηκαν. Ο δημοσιογράφος Σκοτ Κέιν υποστήριζε πως και μόνο για τη συνεισφορά του Ρότα άξιζε να δει κανείς την ταινία. Άδικο είχε;