Πως γεννήθηκε η «Μαφία» - mensbook

mensbook

Όσα πρέπει να γνωρίζει ένας άντρας

Κυριακή, 5 Σεπτεμβρίου 2021

Πως γεννήθηκε η «Μαφία»

Ας ξεκινήσουμε με την ετυμολογική έννοια του όρου. Η Μαφία (Αγγλικά: Mafia) είναι ένα είδος συνδικάτου του οργανωμένου εγκλήματος του οποίου η κύρια δραστηριότητα είναι ο εκβιασμός για προστασία, η διαιτησία των διαφορών μεταξύ των εγκληματιών, καθώς και η οργάνωση και εποπτεία παράνομων συμφωνιών και συναλλαγών. Στις δευτερεύουσες δραστηριότητες συγκαταλέγονται τα παράνομα τυχερά παιχνίδια, η τοκογλυφία, τα ναρκωτικά, η πορνεία και η απάτη.
Ο όρος εφαρμόστηκε αρχικά στη Σικελική μαφία, αλλά έκτοτε έχει επεκταθεί για να συμπεριλάβει άλλες οργανώσεις παρόμοιων μεθόδων και σκοπών, π.χ. «ρωσική μαφία» ή «ιαπωνική μαφία». Ο όρος εφαρμόζεται ανεπίσημα από τον τύπο και το ευρύ κοινό, όμως οι εγκληματικές οργανώσεις έχουν τις δικές τους ορολογίες (π.χ. η σικελική και ιταλο-αμερικανική μαφία αυτοαποκαλούνται Κόζα Νόστρα (Cosa Nostra), η μεξικανική μαφία αυτοαποκαλείται Λα Έμε (La Eme), η ιαπωνική μαφία Γιακούζα (ヤクザ), η κινεζική μαφία Τριάδα) (三合会, Sān Hé Huì) και η ρωσική μαφία Μπράτβα (Братва), η Σερβική, η Γεωργιανή, η Ρουμανική.
Όταν χρησιμοποιείται μόνος του και χωρίς κάποιο πρόθεμα, ο όρος «μαφία» αναφέρεται συνήθως είτε στη μαφία της Σικελίας είτε στην ιταλο-αμερικανική μαφία και μερικές φορές στο ιταλικό οργανωμένο έγκλημα γενικότερα.
Η σύσταση της ανάγεται στο 13ο αιώνα περίπου, αλλά δεν είναι εξακριβωμένο. Οι ρίζες πάνε 6 περίπου αιώνες αργότερα, αλλά ακόμα βαθύτερα, και συγκεκριμένα στα 1820, όπου μια εγκληματική οργάνωση στις φυλακές της Νάπολης στη Νότια Ιταλία δημιουργήθηκε με σκοπό την προστασία των φυλακισμένων, ώστε να αποφεύγεται η βίαιη μεταχείρισή τους από τη δυναστεία των Βουρβώνων. (Οι Βουρβώνοι κατείχαν το θρόνο της Νάπολης και της Πάρμας, από το 1707 ως και το 1734 και, εν συνεχεία, αυτό το ρόλο ανέλαβε ο Ναπολέοντας το 1806).
Στα 1830 οι πρώτοι αποφυλακισμένοι μετέφεραν τη δράση της ομάδας και μέσα στο κέντρο, στη Νάπολη. Έτσι η οργάνωση εξαπλώθηκε γρήγορα και πήρε καθαρά εγκληματικό χαρακτήρα, αναλαμβάνοντας «εργολαβικά» και για λογαριασμό τρίτων δολοφονίες, κλοπές, διαρρήξεις, εκβιασμούς, επιβολή αναγκαστικών φόρων σε όλους όσους είχαν χρήματα κ.α.

Φυσικά η αναφορά γίνεται για την Καμόρα (το όνομα στα ισπανικά σημαίνει φιλονικία – διαμάχη, για αυτό και εικάζεται ότι ενδεχομένως έχει ρίζες στην Ισπανία, αλλά η ιταλική ερμηνεία, camorra, είναι φατρία – συμμορία κατ’ επέκτασιν). Ήταν τιμή για κάποιον να ανήκει στην ομάδα. Η ιεραρχία της ήταν δώδεκα βαθμών και την ανώτατη διοίκηση την είχε συμβούλιο που απαρτιζόταν από δώδεκα μέλη. Για να γίνει κάποιος μέλος έπρεπε να περάσει πολλές διαδικασίες, ώστε να δοκιμαστεί η εχεμύθεια και το θάρρος του.
Στα 1837 είναι όμως που για πρώτη φορά εμφανίζεται η λέξη Mafiosi, σε ένα έγγραφο υπογεγραμμένο από έναν εισαγγελέα του Ανώτατου Ποινικού Δικαστηρίου στο Τράπανι της Σικελίας και περιέγραφε τις αδελφότητες που ήταν αναμειγμένες σε εγκληματική δραστηριότητα. Είναι η μεταβατική περίοδος από την καμόρα στη μαφία, καθώς εξαπλώθηκαν εναντίον της εκστρατείες με σκοπό την πάταξη της το 1861 και 1862. H μαφία σταδιακά άρχισε να παίρνει τη διάρθρωση και την έκταση με την οποία έγινε γνωστή.
Και φτάνουμε στα 1867, που για πρώτη φορά διαδίδεται ευρέως η λέξη Μαφία, καθώς ακούστηκε στην παράσταση ενός λαϊκού δράματος. Eίναι η εποχή που οργανώνονταν από τους ευγενείς γαιοκτήμονες της Σικελίας, κληρονόμους ενός από τα τελευταία φεουδαρχικά συστήματα στην Ευρώπη, ένοπλες ομάδες χωρικών – «μπράβων» που είχαν σκοπό την υπεράσπιση με κάθε τρόπο, ακόμη και παράνομο, των συμφερόντων των κυρίων τους. Η νέα τάξη που δημιουργήθηκε μεταξύ πλουσίων και προλετάριων ήταν οργανωμένη σε αδελφότητες και είχε ως στόχο να ελέγχει και να καταστέλλει όσους δε συμμετείχαν σ’ αυτήν. Μεταλλάχτηκαν σε οργάνωση υποχρεωτικής προστασίας που ρύθμιζε κάθε οικονομική δραστηριότητα στην Σικελία. Εδώ οφείλεται η καθυστερημένη οικονομική και κοινωνική δομή του νησιού. Οι αντιλαϊκές και δεσποτικές κυβερνήσεις έκαναν δυνατή την εξάπλωση και την ισχυροποίησή της. Οι διεφθαρμένες κυβερνήσεις γίνονταν στόχος της Μαφίας που συχνά μοίραζε τα προϊόντα της ληστείας των αδιάφθορων πλουσίων στους φτωχούς.
Η πρωτόγονη αντίληψη της τιμής και η τήρηση της μυστικότητας (omertà, δηλαδή κώδικας της σιωπής), ακόμη και από τα θύματα της καταπίεσης, επέτρεψαν στη Μαφία να αποκτήσει μεγάλη δύναμη και να γίνει ο σπουδαιότερος φορέας της εξουσίας.
Μετά την ενoποίηση της Ιταλίας (1859 – 1871, χάρη στους Βίκτωρ Εμμανουήλ Β΄ και Καμίλο Καβούρ) οι ανώτεροι διοικητικοί εκπρόσωποι του ιταλικού κράτους, παρά τις συχνές φιλότιμες προσπάθειές τους, δεν μπόρεσαν να κλονίσουν την εξουσία των μαφιόζων και να εξασφαλίσουν την τήρηση των νόμων. Αντίθετα, η μαφία μπόρεσε να διαβρώσει το νεοσύστατο κρατικό μηχανισμό και να τοποθετήσει τους ανθρώπους της στις πιο επίκαιρες θέσεις. Χάρη στο κοινοβουλευτικό σύστημα κατάφερε να καταλάβει – εξαγοράσει και τις έδρες των εκπροσώπων της Σικελίας στο ιταλικό κοινοβούλιο και να ματαιώσει κάθε προσπάθεια μεταρρύθμισης και απονομής δικαιοσύνης. Με τη δωροδοκία, τον εκβιασμό και, στην ανάγκη, τη δολοφονία, η εξουσία της μαφίας διατηρήθηκε και επεκτάθηκε στα αστικά κέντρα, παρά τις προσπάθειες των κυβερνήσεων και τα έκτακτα μέτρα που πάρθηκαν το 1875 και το 1895.
Ήδη όμως από τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα, όταν ξεκίνησε το μεταναστευτικό κύμα στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, η Μαφία μεταφυτεύτηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε μερικές χώρες της Λατινικής Αμερικής από Ιταλούς μετανάστες. Ιδιαίτερα στις Η.Π.Α., η Μαφία γνώρισε τεράστια ανάπτυξη και στις αρχές της δεκαετίας του 1930 αποτελούσε πια αναπόσπαστο τμήμα της αμερικανικής ζωής. Όσον αφορά τη μετανάστευση Ιταλών στις Η.Π.Α., η ιταλική ταινία του 1979 «O Χριστός σταμάτησε στο Έμπολι» σε ορισμένα σημεία αναφέρει τους λόγους που εξακολούθησαν οι μετανάστες να είναι μαφιόζοι. Την εποχή εκείνη η Μαφία ήταν το μεγαλύτερο συνδικάτο εγκλήματος στις Η.Π.Α.. Όλα αυτά υπογραμμίζονται ξεκάθαρα στο αριστούργημα του Coppola, «O Νονός» του 1972.
Κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1950 και τις αρχές της δεκαετίας του 1960 οι έρευνες απέδειξαν ότι η αμερικανική Μαφία ήταν όμοια σχεδόν στη δομή της με την ιταλική και δρούσε κάτω από το όνομα “Cosa Nostra” (= η υπόθεσή μας). Ο όρος αυτός αρχικά χρησιμοποιήθηκε από τους δημοσιογράφους για την αμερικανική μαφία, αλλά κρατάει ήδη από τα λατιφούντια (οι ιδιοκτησίες των γαιοκτημόνων). Την ίδια περίοδο η αμερικανική Μαφία αποτελούνταν από 24 ομάδες ή οικογένειες. Κάθε οικογένεια έλεγχε και μια πόλη, εκτός από τη Νέα Υόρκη, όπου υπήρχαν 5 οικογένειες. Οι επικεφαλής των ισχυρότερων οικογενειών αποτελούσαν μια επιτροπή με δικαστικές αρμοδιότητες. Επικεφαλής κάθε οικογένειας ήταν ένα «αφεντικό» ή «Δον» (“Don”), όπως ονομαζόταν, η εξουσία του οποίου επισκιαζόταν μόνο από την επιτροπή. Κάθε αφεντικό είχε έναν υπαρχηγό και ένα σύμβουλο. Κάτω από τον υπαρχηγό υπήρχαν οι “capporegime” (= τοποτηρητές), που έπαιζαν το ρόλο του ενδιάμεσου μεταξύ των κατώτερων κλιμακίων και του αφεντικού. Αυτοί είχαν στις διαταγές τους ουλαμούς «στρατιωτών» που επέβλεπαν τόσο τις νόμιμες επιχειρήσεις της οικογένειας, όσο και τις παράνομες.
Ο Coppola για άλλη μια φορά, στον «Νονο», απεικονίζει με μαεστρία την ιεραρχική δομή της οικογένειας. Οι νόμιμες επιχειρήσεις περιλάμβαναν συνήθως αυτόματα μηχανήματα πωλήσεων, βιομηχανίες τροφίμων, εστιατόρια και παράνομους οίκους ανοχής, χαρτοπαιξία, διακίνηση οινοπνευματωδών ποτών στη διάρκεια της ποτοαπαγόρευσης στις Η.Π.Α. (1919-1933) και ναρκωτικά.